Τοπικη Ιστορια Σιφνου

Η ΣΙΦΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Οι περισσότεροι από τους αρχαίους ιστορικούς αναφέρουν ότι η Σίφνος πρωτοκατοικήθηκε από τους Πελασγούς και κατόπιν από τους Φοίνικες, τους Κάρες και τους Λέλεγες. Σύμφωνα με τη μυθολογία, οι κάτοικοι αυτοί εκδιώχτηκαν από το βασιλιά της Κρήτης Μίνωα, ο οποίος εγκατέστησε στις Κυκλάδες τους γιους του ως ηγεμόνες. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι αρχικά το νησί ονομαζόταν Μερόπη και Ακίς, ενώ την ονομασία που διατηρεί μέχρι σήμερα την οφείλει στο γιο του Αττικού ήρωα Σουνίου, το Σίφνο.

Οι πρώτες μαρτυρίες κατοίκησης στο νησί ανάγονται στο δεύτερο μισό της τρίτης χιλιετίας π.Χ. Πρόκειται για συστάδες τάφων και θεμέλια οικισμών, τα οποία αποκάλυψε στο τέλος του 19ου αιώνα ο αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας, κυρίως σε παράκτιες θέσεις, όπως στην τοποθεσία Ακρωτήρι, στον Πλατύ Γιαλό, στο Βαθύ και στο Φάρο. Τη μεγάλη ακμή που γνώρισε το νησί κατά τους Πρωτοκυκλαδικούς χρόνους τη μαρτυρούν και τα ευρήματα από την ακρόπολη του Αγίου Ανδρέα και το νεκροταφείο, ενώ κατά τη Μεσοκυκλαδική εποχή πιστοποιείται η ύπαρξη οικισμού στο Κάστρο.

Στα Μυκηναϊκά χρόνια αναπτύσσονται και ακμάζουν οι ακροπόλεις του Αγίου Ανδρέα, του Αγίου Νικήτα και στο Φρούδι του Καλαμιτσίου. Συγκεκριμένα, η ακρόπολη του Αγίου Ανδρέα είναι μια σημαντικότατη προϊστορική θέση με ένα σύνθετο οχυρωματικό σύστημα και παρουσιάζει συστηματική κατοίκηση μέχρι και τον 8ο αιώνα π.Χ., όταν όμως κύριος οικισμός του νησιού είναι πλέον αυτός στο Κάστρο.

Η παράδοση αναφέρει ότι στα τέλη της 1ης χιλιετίας εγκαταστάθηκαν στη Σίφνο Αθηναίοι με επικεφαλής τον Αλκήνορα. Με την άφιξη των νέων οικιστών ξεκινά μια νέα εποχή κατά την οποία ιδρύεται, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, το «άστυ» στο σημερινό Κάστρο. Με βάση την πληροφορία του Στέφανου Βυζάντιου ότι το νησί είχε τρεις πόλεις, τη Σίφνο, τη Μινώα και την Απολλωνία, τα ερείπια του Κάστρου, με το μνημειακής κατασκευής μαρμάρινο τείχος, ταυτίζονται με την αρχαία Σίφνο. Εκεί σταδιακά οργανώνεται μια κοινωνία που αναπτύσσει σημαντικές εμπορικές και πολιτικές σχέσεις όχι μόνο με τον κοντινό κυκλαδικό χώρο αλλά και με πιο απομακρυσμένες περιοχές.

Η Σίφνος του 6ου αιώνα π.Χ. είναι ένα από τα πλουσιότερα νησιά των Κυκλάδων και γνωρίζει ξεχωριστή αίγλη. Ο πλούτος της βασιζόταν κυρίως στα χρυσωρυχεία και τα αργυρωρυχεία της, τα λατομεία και την κεραμική παραγωγή της. Οι μαρτυρίες του Ηροδότου και άλλων αρχαίων συγγραφέων ότι στη Σίφνο παραγόταν άργυρος και χρυσός.

Ο θησαυρος των Σιφνιων στους Δελφους

Tο σπουδαιότερο και γνωστότερο αρχιτεκτόνημα της σιφνιακής δημιουργίας, αδιαμφισβήτητος μάρτυρας αίγλης και ανθηρής οικονομίας είναι ο "θησαυρός των Σιφνίων", τον οποίο ανοικοδόμησαν και αφιέρωσαν οι κάτοικοι του νησιού στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Οικοδομήθηκε γύρω στο 525 π.Χ. και σύμφωνα με τον Παυσανία, κτίστηκε από τη δεκάτη που προέρχονταν από τα κέρδη των χρυσωρυχείων της Σίφνου. Ήταν ένα πανέμορφο ιωνικό κτίριο που στην πρόσοψη αντί για κίονες είχε δύο Καρυάτιδες που υποβάσταζαν το θριγκό με πλούσια πλαστική διακόσμηση και μία ζωοφόρο κοσμημένη με αριστουργηματικά ανάγλυφα που περιέτρεχε το θησαυρό και στις 4 πλευρές του συνολικού μήκους 29,63 μ. Όλο το οικοδόμημα είχε πολλά σπουδαία γλυπτά, τα οποία αποτελούν εξαίρετα δείγματα ώριμης αρχαϊκής πλαστικής, μερικά σώζονται και εκτίθενται στο Μουσείο των Δελφών. Το λαμπρό αυτό οικοδόμημα προξένησε τόση εντύπωση, ώστε οι ιερείς του δελφικού ιερού απέδωσαν στους Σίφνιους ιδιαίτερες τιμές για την προσφορά τους.

Ο θησαυρός που αφιέρωσαν στους Δελφούς οι κάτοικοι της Σίφνου ήταν από τα πιο λαμπρά και πλούσια διακοσμημένα κτήρια στο ιερό του Απόλλωνα. Ήταν από τους πρώτους θησαυρούς που συναντούσε κανείς ανηφορίζοντας την Ιερά Οδό και βρισκόταν στην αριστερή πλευρά της, δίπλα στο θησαυρό της πελοποννησιακής Σικυώνας και απέναντι από αυτόν των Μεγάρων. Στο εσωτερικό του φυλάσσονταν τα πολύτιμα αναθήματα που προσέφεραν κατά καιρούς οι Σίφνιοι στο ιερό. Η παράδοση για την ίδρυση του θησαυρού αναφέρεται από τον Ηρόδοτο και από τον Παυσανία. Σύμφωνα με αυτή, στο β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ. οι Σίφνιοι ήταν οι πιο πλούσιοι από όλους τους νησιώτες, επειδή είχαν αποκτήσει εξαιρετικά κέρδη από την εκμετάλλευση των μεταλλείων χρυσού και αργύρου που υπήρχαν στον τόπο τους. Αποφάσισαν, λοιπόν, να χαρίσουν στον Απόλλωνα τη δεκάτη από τα κέρδη τους, και έτσι έκτισαν το θησαυρό. Με βάση με τον πλαστικό διάκοσμο, η χρονολογία του μνημείου ανάγεται γύρω στο 525 π.Χ. ή λίγο νωρίτερα, αφού τη χρονιά εκείνη η Σίφνος λεηλατήθηκε από επαναστατημένους Σαμίους που είχαν ανάγκη χρημάτων.

Το κτήριο είναι μικρό σε διαστάσεις με μορφή ναΐσκου και για την κατασκευή του οι Σίφνιοι μετέφεραν ακριβό λευκό μάρμαρο από την Πάρο, ενώ για τα περισσότερα κτίσματα εκείνη την περίοδο έχει χρησιμοποιηθεί πωρόλιθος. Ήδη από την εποχή του Ηροδότου ήταν περίφημο για τον πλούσιο γλυπτό του διάκοσμο, που πράγματι αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα της ύστερης αρχαϊκής τέχνης. Στην πρόσοψη, ανάμεσα στις παραστάδες τοποθετήθηκαν αντί για κίονες δύο αγάλματα κορών, που στηρίζουν το επιστύλιο, χαρακτηριστικά παραδείγματα της ιωνικής τέχνης αυτής της περιόδου. Το επιστύλιο κοσμείται από ιωνικό κυμάτιο και ζωφόρο, που περιβάλλει όλο το κτήριο. Στη δυτική πλευρά της παριστάνεται η κρίση του Πάρη, στη νότια η αρπαγή των Λευκιππιδών από τους Διόσκουρους, στη βόρεια, που είναι η καλύτερα διατηρημένη, η Γιγαντομαχία και στην ανατολική, στην πρόσοψη του μνημείου, η συγκέντρωση στον Όλυμπο των θεών που παρακολουθούν τον Τρωικό πόλεμο. Η ρωμαλέα έκφραση, η καθαρότητα, η δύναμη των μορφών και η εκπληκτική απόδοση των λεπτομερειών εντάσσονται αρμονικά στο χώρο της ζωφόρου, καλύπτοντας εύστοχα το διακοσμητικό χαρακτήρα της με τη σωστή διάταξη των μορφών και την αξιοποίηση του χώρου. Το αέτωμα, που επιστεγάζει το θησαυρό στην πρόσοψή του, διαθέτει και αυτό γλυπτό διάκοσμο, ο οποίος παρουσιάζει το μύθο της διαμάχης του Ηρακλή με τον Απόλλωνα για το δελφικό τρίποδα. Το συγκεκριμένο θέμα είναι από τα αγαπημένα των καλλιτεχνών της ύστερης αρχαϊκής εποχής, καθώς εμφανίζεται και στην αγγειογραφία. Το αέτωμα επιστέφεται με τρία ακρωτήρια: το κεντρικό παριστάνει σφίγγα, ενώ τα δύο ακραία Νίκες.

Σήμερα από το θησαυρό των Σιφνίων διατηρούνται στη θέση τους μόνο τα θεμέλια και ένας αστράγαλος από τη διακόσμηση της βάσης. Όλος ο σωζόμενος γλυπτός διάκοσμος του κτηρίου έχει συντηρηθεί και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών.

Ζωφορος του θησαυρου των Σιφνιων

Ο θησαυρός των Σιφνίων αποτελεί εξαίρετο δείγμα της αρχαϊκής τέχνης, με πλούσιο γλυπτό διάκοσμο. Η μεγαλοπρέπειά του εξηγείται από την ιδιαίτερη οικονομική άνθηση που γνώριζε η Σίφνος χάρη στα μεταλλεία χρυσού και αργύρου που διέθετε. Η ζωφόρος του σώζεται σε καλή κατάσταση, τουλάχιστον στις τρεις πλευρές. Στην ανατολική απεικονίζονται οι ολύμπιοι θεοί να παρακολουθούν τη μάχη Ελλήνων και Τρώων, στη βόρεια η Γιγαντομαχία, η πάλη θεών και Γιγάντων για την κυριαρχία του κόσμου, στη δυτική η κρίση του Πάρη, η επιλογή της ωραιότερης θεάς ανάμεσα στις Αθηνά, Αφροδίτη και Ήρα, και στη νότια η αρπαγή γυναίκας, είτε η αρπαγή της Ιπποδάμειας από τον Πέλοπα, είτε η αρπαγή των Λευκιππιδών από τους Διόσκουρους. Το φόντο της ζωφόρου ήταν βαμμένο γαλάζιο, ενώ διατηρούνται και άλλα χρώματα, κυρίως στα μαλλιά, στα ενδύματα και στα όπλα των μορφών. Δίπλα σε αρκετά πρόσωπα ήταν γραμμένα με χρώμα τα ονόματά τους. Το έργο αποδίδεται στον Αθηναίο γλύπτη Ένδοιο και σε ένα δεύτερο, άγνωστο αλλά περισσότερο συντηρητικό.

Το θέμα της μάχης του Ηρακλή με τον Απόλλωνα στολίζει το ανατολικό αέτωμα του Θησαυρού των Σιφνίων στους Δελφούς. Χρονολογείται στο 525 π. Χ. (ύστερη αρχαϊκή εποχή). Εικονίζεται ο Ηρακλής να προσπαθεί να αρπάξει τον τρίποδα ενώ ο Απόλλωνας με τη βοήθεια της ¶ρτεμης, προσπαθεί να τον κρατήσει. Εικονίζεται στη μέση ο Δίας, που προσπαθεί να τους χωρίσει. Οι υπόλοιπες μορφές μοιάζουν ασύνδετες σε σχέση με το κεντρικό θέμα της παράστασης το οποίο έχει προταθεί ότι συμβόλιζε ίσως τον πρώτο Ιερό πόλεμο που έγινε πιθανότατα στις αρχές του αιώνα, στους Δελφούς. Η σύνθεση θεωρείται ότι είναι το αποκορύφωμα της αρχαϊκής διακοσμητικής γλυπτικής.

(Boardman 1982:189-191)

Ακροπολεις στη Σιφνο

Ένας σημαντικός αρχαιολογικός χώρος της Σίφνου βρίσκεται στο λόφο του Αγίου Ανδρέα. Αποτελεί μία από τις 4 αρχαίες ακροπόλεις της Σίφνου. Πρόκειται για έναν οχυρωμένο οικισμό που δημιουργήθηκε κατά την Πρώιμη Κυκλαδική Περίοδο (3η χιλιετία π.Χ.), εξελίχθηκε κατά τα Μυκηναϊκά χρόνια και παρουσιάζει σημαντική γεωμετρική και αρχαϊκή κατοίκηση. Η μυκηναϊκή ακρόπολη περιβάλλεται με διπλό τείχος· το εσωτερικό, ισχυρότερο τείχος είναι κατασκευασμένο με κυκλώπεια τοιχοδομία και έχει κατά διαστήματα στην περίμετρό του 8 τετράπλευρους προμαχώνες. Η ενίσχυση του τείχους με σειρά προμαχώνων δεν αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο των μυκηναϊκών ακροπόλεων, αλλά πιθανόν απηχεί παραδοσιακές τεχνικές του αιγαιακού χώρου, όπως συμβαίνει στις πρωτοελλαδικές ακροπόλεις . Η οχύρωση δέχτηκε επισκευές τόσο κατά τη γεωμετρική όσο και κατά την κλασική περίοδο.

To Κάστρο είναι χτισμένο πάνω σε αρχαία ακρόπολη, το 'άστυ' που αναφέρει ο Ηρόδοτος. Κατοικείται από τα αρχαία χρόνια έως σήμερα και είναι ένα ανοιχτό μουσείο.

Ο ¶γιος Νικήτας βρίσκεται στην περιοχή "Σελάδι" στη βορειοανατολική Σίφνο (υψόμετρο 480μ.). Το μονοπάτι όπως και τα περισσότερα, ξεκινάει από την κεντρική επαρχιακή οδό Αρτεμώνα-Χερρονήσου ,στο 6ο χιλιόμετρο από την κεντρική πλατεία του Αρτεμώνα ,και είναι σε όλο το μέρος του ανηφορικό με εξαίρεση μία μεγάλη ευθεία περίπου στο μέσον της διαδρομής ενώ λίγο πριν το τέλος θα αρχίσετε να ανεβαίνετε σκαλοπάτια. Για να διανύσετε ολόκληρη την απόσταση θα χρειαστείτε περίπου 30-35 λεπτά. Τα τείχη της αρχαίας ακρόπολης βρίσκονται μπροστά από την εκκλησία του Αγίου Νικήτα τρεις-τέσσερις σειρές ογκόλιθοι κυκλώπειας δόμησης.

Η τέταρτη Ακρόπολη της Σίφνου βρίσκεται στη ψηλότερη κορυφή του νησιού στον Αϊ-Νηγιά τον Αψηλό.

Αρχαιοι πυργοι στη Σιφνο

Πενήντα πέντε αρχαίοι πύργοι, βρίσκονται διάσπαρτοι, σε όλο το νησί. Όλοι είναι στρογγυλοί και χτίστηκαν μεταξύ του 6ου και του 3ου αιώνα π.Χ., όπως αποδεικνύεται από τα θραύσματα αρχαίων αγγείων που βρέθηκαν στις περιοχές των πύργων, αλλά και από το μέγεθος και τον τύπο δόμησής τους. Τα ευρήματα μαρτυρούν επίσης, ότι οι πύργοι ήταν τουλάχιστον διώροφοι με εσωτερικούς διαχωριστικούς τοίχους. Οι περισσότεροι μόλις διακρίνονται.

Το 524 π.Χ. φτάνουν στη Σίφνο Σάμιοι φυγάδες, πολιτικοί αντίπαλοι του δαιμόνιου τυράννου της Σάμου Πολυκράτη, και ζητούν από τους Σίφνιους οικονομική βοήθεια 10 ταλάντων. Οι Σιφνιοί αρνούνται και τότε οι Σάμιοι τους υποχρεώνουν με πολιορκία και λεηλασίες να τους δώσουν το τεράστιο ποσό των 100 ταλάντων. Από τότε αρχίζει για τη Σίφνο η παρακμή. Οι πύργοι κτίσθηκαν μετά την επιδρομή των Σαμίων και είχαν σκοπό να στέλνουν σήματα στις αρχαίες ακροπόλεις.

Αργότερα το δίκτυο αναπτύχθηκε και το σύστημα ανταλλαγής σημάτων απλώθηκε σε ολόκληρο το νησί. Η μέθοδος επικοινωνίας όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης, πρέπει να ήταν η φωτιά και ο καπνός.

Μεταγενέστερα οι πύργοι χρησίμευσαν ως προστατευτικά κτίσματα για τα γυναικόπαιδα και είχαν πλήρη αγροτικό εξοπλισμό, στέρνες και αποθήκες, ενώ οι πιο ισχυροί χρησιμοποιούντο στο να απωθήσουν τους πειρατές.

Σε καλή κατάσταση βρίσκεται μέχρι σήμερα ο ¶σπρος Πύργος παραπλεύρως του δρόμου προς τον Πλατύ Γιαλό.
Επίσης, επισκεφθείτε τον Πύργο της Καταβατής (400 π.Χ.) ο οποίος βρίσκεται στη θέση "Καδέ" στο δρόμο για το Βαθύ.

Κυκλαδες και πειρατες

Η πειρατεία στο Αιγαίο είναι γνωστή από την αρχαιότητα. Από τους μινωικούς ακόμα χρόνους, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης, τα νησιά του Αιγαίου υπέφεραν πολλά από τους ποικιλώνυμους πειρατές, που τελικά κατεδίωξε ο Μίνωας.
Ο Θουκυδίδης λέει επίσης ότι όχι μόνον οι πειρατές δε ντρέπονταν για το έργο τους , αλλά αντίθετα αυτό τους έφερνε και κάποια δόξα. Αυτό το πνεύμα θα το συναντήσουμε και στα κατοπινούς αιώνες της πειρατείας.

Και στην Ομηρική εποχή συναντούμε πειρατείες. Στον oμηρικό ύμνο στο Διόνυσο ο Όμηρος αναφέρει ότι οι Τυρρηνοί ασχολούνταν τόσο πολύ με τις ληστρικές επιδρομές που και τον ίδιο το Θεό Διόνυσο συνέλαβαν κι ετοιμαζόντουσαν να τον πουλήσουν σκλάβο, όμως εκείνος ,αφού μεταμόρφωσε τα κουπιά σε φίδια και το κατάρτι σε κισσό ,τους τιμώρησε και τους μεταμόρφωσε σε δελφίνια.

Στην κλασική αρχαιότητα, καθώς και στους ρωμαϊκούς χρόνους η πειρατεία παρουσιάζει νέα έξαρση αλλά αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά από τον Κίμωνα και τον Πομπήιο.Πολλά ψηφίσματα σε διάφορα νησιά (Σύρο, Αμοργό) ,χαραγμένα σε μαρμάρινες πλάκες μιλούν για βραβεύσεις νέων ,επειδή αντιμετώπισαν γενναία διάφορες πειρατικές επιδρομές.

Από τον 7ο μ.Χ. αιώνα μέχρι και την άλωση της Πόλης τα νησιά και τα παράλια του Αιγαίου έπαθαν φοβερές καταστροφές και χάθηκαν πολλοί από τους ¶ραβες, τους γνωστούς Σαρακηνούς, που με ορμητήριά τους την Αφρική, Ασία και Κρήτη , ρήμαζαν και φορολογούσαν τους πάντες και τα πάντα. Ακόμα έχουν μείνει στα διάφορα νησιά, και ιδιαίτερα στα κυκλαδονήσια, σ' ορισμένους όρμους, τα τοπωνύμια «Τα Σαρακήνικα».
Επίσης διάφοροι πειρατές, Ιταλοί, Ενετοί, Γενουάτες, Μαλτέζοι, Πισάτες, Καταλανοί, Νορμανδοί κ.α. όταν εξασθένησε η ναυτική δύναμη του Βυζαντίου, επωφελήθηκαν κι έγιναν ο φόβος και ο τρόμος σε όλο το Αιγαίο.
Μετά την άλωση της Κων/πολης διάφοροι πειρατές και κουρσάροι, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, οι γνωστοί Μπαρμπαρέζοι, αλώνιζαν κυριολεκτικά το Αιγαίο όλο το 16ο και 17ο αιώνα με τις ευλογίες και την βοήθεια διαφόρων κρατών που βρίσκονταν σε ανταγωνισμό.
Ανάμεσα στους κουρσάρους, πολλές φορές, ήταν και διάφοροι ιππότες, που όταν κουράζονταν από την πειρατεία ή ερωτεύονταν κάποια αρχοντοπούλα, στα διάφορα νησιά, άφηναν το κούρσος, παντρεύονταν και ξεχνούσαν το παλιό τους επάγγελμα.

Από τους σκληρότερους Έλληνες πειρατές ήταν οι Μανιάτες, σκληροί και αδίστακτοι , αλλά και νησιώτες όπως οι Αμοργιανοί, οι Τηνιακοί, οι Κασιώτες κ.ά. Ανάμεσά τους γνωστά ονόματα ο καπετάν Μανέτας, ο Καψής, ο Φραγκόπουλος, ο Λιόλιος κ.ά. ¶νθρωποι φυγόδικοι, τυχοδιώκτες που είχαν αρνηθεί τη θρησκεία τους , όργωναν κυριολεκτικά το Αιγαίο, σφάζοντας, καίγοντας, αρπάζοντας ότι εύρισκαν μπροστά τους ή και αιχμαλωτίζοντας ανθρώπους, άντρες και γυναίκες για να τους πουλήσουν σκλάβους στα σκλαβοπάζαρα της Πόλης, της Σμύρνης ή της Μπαρμπαριάς (Τυνησίας, Αλγερίας κλπ).

Πολλές φορές κοπάδια που άρπαζαν από τη Νάξο τα πουλούσαν στην Πάρο, για να τα ξανακλέψουν από κει και να τα ξαναπουλήσουν στην Νάξο. Κι αυτό γινόταν δυο και τρεις φορές με τα ίδια τα ζώα και τους ίδιους αγοραστές.
Οι νησιώτες υπέφεραν φοβερά τόσο από τους Τούρκους, όσο και από τους Ευρωπαίους,γιατί όταν υποχρεώνονταν να υποστηρίξουν ή να κρύψουν τους Τούρκους τιμωρούνταν από τους Φράγκους κι όταν υποστήριζαν τους Φράγκους τιμωρούνταν από τους Τούρκους.
Τόσα ήταν τα βάσανά τους που πολλές φορές σκέφτηκαν να εγκαταλείψουν τα νησιά τους,που αρκετές φορές μερικά από αυτά , τα πιο μικρά , ερήμωσαν.Τα κάστρα κι οι βίγλες κι οι πύργοι δεν έφταναν για να τους σώζουν από τους άγριους κουρσάρους, που άλλοτε με προδοσία κι άλλοτε με φωτιά και τσεκούρι, κατόρθωναν να τα πατήσουν.
Η πειρατεία κράτησε αρκετά, μέχρι και τα χρόνια της Επανάστασης , όπου ο Καποδίστριας της έδωσε το τελευταίο κτύπημα με τον Μιαούλη.

H διαφορά.
Λέγεται ότι υπήρχε διαφορά ανάμεσα στους πειρατές και τους κουρσάρους.
Οι πειρατές δρούσαν μόνοι τους χωρίς να υπάγονται κάπου, χωρίς να έχουν δηλ. κάποια δύναμη που να τους προστατεύει ( δρούσαν ως ελεύθεροι επαγγελματίες). Αντίθετα οι κουρσάροι ήταν κάτω από την προστασία κάποιας δύναμης πχ. Της Τουρκίας ή της Βενετίας ή της Μάλτας ή της Τυνησίας κλπ.

Σίφνος και πειρατές

Η Σίφνος γνώρισε κι αυτή πολλές πειρατικές επιδρομές. Η σπουδαιότερη είναι αυτή που συνδέεται με την Παναγία τη Χρυσοπηγή κι έγινε θρύλος. Αναφέρεται στην σωτηρία τριών γυναικών που πήγαν να προσκυνήσουν και βρέθηκαν μπροστά στους κουρσάρους που κοιμόντουσαν εκείνη την ώρα μέσα στην εκκλησία. Η σωτηρία τους αποδόθηκε σε θαύμα της Παναγίας.

Να τι λέει η παράδοση: «Το γιοφύρι.
Χριστιανές αγνές ψυχές αφοσιωμένες στην πίστη η γριά Τριπολιτσιά μ΄ άλλες δυο γειτόνισσες πήγαιναν κάθε Σάβατο βράδυ στη Χρυσοπηγή, άναβαν τα καντήλια της Μεγαλόχαρης και την ελιβάνιζαν και με την αυγή ήταν στη λειτουργία του χωριού τους.
Τότε κουρσάροι ερήμαζαν τα νησιά.Νωρίς είχαν δει από τις βίγλες (παρατηρητήρια) τα κλέφτικα τσερνίκια (πειρατικά πλοία) να περνούν κοντά στο νησί. Όλη τη νύχτα οι νησιώτες περίμεναν από στιγμή σε στιγμή τους κουρσάρους να φανούν.
Οι προσκυνήτριες όμως ήταν οπλισμένες με την πίστη τους. ¶μα ψήλωσε η πούλια πήραν κεριά, λάδι και λιβάνι κι εξεκίνησαν για το Σαββατιάτικο τάξιμό τους.
Μόλις είδαν ψηλά από το βουνό την εκκλησία που είναι στο ακρογιάλι σκοτεινή αγριεύτηκαν, γιατί τότε δεν έμενε κανένα ξωκλήσι σβηστό.
Όταν μπήκαν στην αυλή της εκκλησίας τότε η μία είδε ένα καϊκι στον κάβο, αλλά πίστεψαν, πως ήταν ψαράδικο. Όταν όμως έφτασαν στην πόρτα της εκκλησίας, άκουσαν βαρύ ροχαλητό.
- Κουρσάροι είπαν! Στάθηκαν λίγο διστακτικές, μα η πίστη τους νίκησε. Πάμε να ανάψομε την Παναγία, είπε η γριά Τριπολιτσιά , η Χάρη της δεν θα μας αφήσει να χαθούμε.
Πέρασαν δίπλα από τους κοιμισμένους κουρσάρους, έφτασαν στο τέμπλο, άναψαν τα καντήλια, ελιβάνισαν, επροσκύνησαν , προσευχήθηκαν και ξεκίνησαν να φύγουν.
Είχαν φτάσει πια στο κατώφλι , όταν ένας κουρσάρος ξύπνησε αγριεμένος από τη μυρωδιά του λιβανιού. Ξαφνιάστηκαν κι οι υπόλοιποι και πήραν τα γιαταγάνια τους και βγήκαν από την εκκλησιά, πλησίασαν τις γυναίκες με υψωμένα τα γιαταγάνια , όμως ξαφνικά η γη σκίστηκε μετά από έναν μεγάλο σεισμό ,η θάλασσα μπήκε ανάμεσά τους και οι πειρατές μείναν από τη μια πλευρά κι οι γυναίκες από την άλλη.
Οι γυναίκες σταυροκοπήθηκαν και έφυγαν να πάνε να παρακολουθήσουν τη λειτουργία στην εκκλησία του χωριού τους.»

Η Σιφνος στα χρονια της Bυζαντινης Αυτοκρατοριας

Οι ιστορικές και φιλολογικές αναφορές για τη Σίφνο κατά τη Βυζαντινή περίοδο είναι ελάχιστες. Από το 324 μ.Χ., όπως μας πληροφορεί ο Συνέκδημος του Ιεροκλέους, συγκαταλέγεται μαζί με τις υπόλοιπες Κυκλάδες στην Επαρχία των Νήσων του Ανατολικορωμαϊκού Βυζαντινού Κράτους και μέχρι τον 6ο αιώνα ανήκει στην επισκοπή Πάρου-Σίφνου-Αμοργού. Η οικονομική ανάπτυξη και η εμπορική δραστηριότητα των επαρχιών του νότιου ελλαδικού χώρου ενισχύουν κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο την εμπορική σημασία της Σίφνου.

Ακολουθεί περίοδος παρακμής, όταν, όπως και τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου, πλήττεται από επιδρομές Σλάβων και Αράβων κατά τον 7ο αιώνα και Λατίνων πειρατών από τον 11ο αιώνα.

Για την οικονομία της περιόδου γνωρίζουμε από γενικές πληροφορίες ότι είναι κυρίως αγροτική, ενώ για το δομημένο περιβάλλον οι πληροφορίες που έχουμε είναι φειδωλές και αποσπασματικές. Στο Κάστρο, που εξακολούθησε να είναι ο πρωτεύων οικισμός, τα ευρήματα που ανάγονται στη Βυζαντινή περίοδο είναι περιορισμένα. Είναι επίσης γνωστό από τις πηγές ότι κατά τα χρόνια του Βυζαντίου ύστερα από μεγάλους σεισμούς και διάφορες καταστροφές δεν ανοικοδομούνταν οι πόλεις στις Κυκλάδες.

Η Σιφνος στα χρονια της Λατινοκρατιας 1207 - 1617

Μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους σταυροφόρους το 1204 η Σίφνος, όπως και όλα τα άλλα νησιά των Κυκλάδων, εντάσσεται στο δουκάτο της Νάξου που ιδρύθηκε το 1207 από το Μάρκο Σανούδο. Το 1269 ανακαταλαμβάνεται από τους Βυζαντινούς και το 1307, μετά τη συνθήκη ειρήνης μεταξύ του Βυζαντινού αυτοκράτορα και της Βενετίας περιέρχεται στον Ιωάννη Ντακορώνια, που αναγορεύει τον εαυτό του ελεύθερο και ανεξάρτητο ηγεμόνα. Ο Ντακορώνια οχυρώνει το νησί, το οποίο το εποφθαλμιούσαν οι δούκες της Νάξου, περιτειχίζει την πόλη με ισχυρό κάστρο και αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις επιθέσεις των διεκδικητών του νησιού. Καθ' όλη τη διάρκεια του 13ου και 14ου αιώνα η Σίφνος δεν παύει να μαστίζεται από πειρατικές επιδρομές που την πλήττουν δημογραφικά. Η Ενετική Δημοκρατία (Βενετία) γρήγορα κατάλαβε πόσο δύσκολο θα ήταν να ελέγχει όλα τα καινούργια εδάφη της. Για να αντιμετωπίσει αυτή τη δυσκολία έδωσε σε κάθε βενετό πολίτη το δικαίωμα να καταλάβει οποιαδήποτε πόλη, λιμάνι ή νησί ήθελε, αρκεί να το έκανε με δικά του έξοδα.

Βρέθηκαν πολλοί φιλόδοξοι ευγενείς και τυχοδιώκτες. Ένας απ' αυτούς ήταν ο ιππότης Μάρκος Σανούδος. Επιστρέφοντας, λοιπόν, από την Δ' Σταυροφορία, εξόπλισε δύο γαλέρες και κατέλαβε τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων. 'Ένα από αυτά ήταν και η Σίφνος. Ο Σανούδος κράτησε για τον εαυτό του τη Σύρο, τη Νάξο, την Πάρο και την Αντίπαρο και δημιούργησε ένα μικρό κράτος, το «Δουκάτο της Νάξου». Τα υπόλοιπα νησιά, μεταξύ των οποίων και η Σίφνος, τα μοιράστηκαν οι συνεργάτες του.

Για τα επόμενα εκατό χρόνια η Σίφνος είχε βενετό άρχοντα και ο ντόπιος πληθυσμός αντιμετώπιζε προβλήματα.

Το 1307, μετά από εκατό χρόνια βενετικής κυριαρχίας στη Σίφνο, ένας καινούργιος κατακτητής, ο Αντώνιος ντα Κορώνια, από την πόλη Κορούνα της Ισπανίας, ήρθε να πάρει τη θέση των ενετών κατακτητών. Η δυναστεία των «Ντα Κορώνια» στη Σίφνο κράτησε 150 χρόνια.

Το 1456 ( δηλαδή τρία χρόνια μετά από την άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς Τούρκους), η τελευταία κληρονόμος της δυναστείας, η Μαριέττα, παντρεύτηκε τον Νικολό Γοζαδίνο ή Κοζαδίνο από την πόλη Μπολόνια της Ιταλίας. Το 1463 μαζί ξεκινούν τη νέα δυναστεία των Κοζαδίνων. Η δυναστεία αυτή τελειώνει το 1617, όταν ο ¶γγελος Κοζαδίνο διώχτηκε οριστικά από τους Οθωμανούς.

Οι «Ντα Κορώνια» έκαναν το φρούριό τους στο σημερινό Κάστρο πάνω από τα ερείπια της αρχαίας ακρόπολης. Στη συνέχεια οι «Κοζαδίνοι» το μεγάλωσαν και το πλούτισαν. Τότε αναπτύχθηκε και η Σεράλια, το μικρό λιμάνι του Κάστρου. Την περίοδο αυτή αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η υφαντουργία και ψαθοπλεκτική που βοήθησαν πολύ την οικονομική ανάπτυξη της Σίφνου.

Οι Φράγκοι έφεραν μαζί τους και το ρωμαιοκαθολικισμό. Ο ντόπιος όμως πληθυσμός, παρά τη μακρόχρονη παραμονή των φράγκων κατακτητών, έμεινε πιστός στην Ορθοδοξία. Τέλος, να πούμε πως με το πέρασμα των αιώνων οι Φράγκοι (Βενετοί, Ισπανοί,κ.α.) αφομοιώθηκαν ειρηνικά από τον ντόπιο πληθυσμό. Σήμερα,κάποια επίθετα μας θυμίζουν την τότε παρουσία τους (π.χ. Βάος, Πρόκος, Μοσχούτης, Συρίγος, Προβελέγγιος, Σπεράντσας, και άλλοι).

Η Σιφνος στα χρονια της Τουρκοκρατιας 1540 - 1821

Η Σίφνος παραμένει στην οικογένεια Ντακορώνια έως το 1464 και στη συνέχεια περιέρχεται στην οικογένεια Γκοζαντίνι. Το 1537 ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, επικεφαλής του οθωμανικού στόλου, επιτίθεται στις Κυκλάδες και οι Γκοζαντίνι γίνονται φόρου υποτελείς του σουλτάνου μέχρι το 1566, όταν η διοίκηση των νησιών παραχωρείται στον Εβραίο Ιωσήφ Νάζι. Με τους προνομιακούς ορισμούς των σουλτάνων Μουράτ Γ΄ το 1580 και του Ιμπραήμ Α΄ το 1646 στη Σίφνο, όπως και στα υπόλοιπα νησιά των Κυκλάδων, δημιουργούνται συνθήκες που ευνοούν την οικονομική και την πνευματική ανάπτυξη. Όπως και στην περίπτωση των υπόλοιπων Κυκλάδων, στη Σίφνο άνθησε ο κοινοτικός θεσμός της αυτοδιοίκησης.

Στις αρχές του 17ου αιώνα δρα στη Σίφνο μια δυναμική προσωπικότητα, ο μεγαλέμπορος Βασίλης Λογοθέτης, ο οποίος συμβάλλει στην ανάδειξη του νησιού σε οικονομικό κέντρο των Κυκλάδων με δραστηριότητα στους τομείς της αυτοδιοίκησης, των καλλιεργειών, της ναυτιλίας, του εμπορίου. Σημαντική είναι επίσης η συμβολή του στην πνευματική ζωή του τόπου με την ανέγερση του ανδρικού μοναστηριού της Παναγίας Βρυσιανής, που αποτέλεσε σπουδαίο μοναστικό και εκκλησιαστικό κέντρο. Στα τέλη του 17ου αιώνα δημιουργείται επίσης η φημισμένη Σχολή του Αγίου Τάφου, γνωστή ως Παιδευτήριον του Αρχιπελάγους, που λειτουργεί μέχρι το 1833 σε κτηριακό συγκρότημα στην περιοχή του Κάστρου που εξυπηρετεί 300 μαθητές. Η σημαντικότερη πληροφορία που δίνουν οι περιηγητές του 17ου αιώνα είναι ότι αρχίζει τώρα να αυξάνεται ο εκτός του Κάστρου πληθυσμός, που ζούσε στους αγροτικούς οικισμούς. Το 1770-1774, κατά τον Ρωσο-οθωμανικό πόλεμο καταλήφθηκε από τις δυνάμεις της τσαρικής Ρωσίας και επανακτήθηκε από τους Οθωμανούς μετά την υπογραφή της συνθήκης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή. Το 1830 ενσωματώνεται στο ελληνικό κράτος.

Η Σίφνος αποτελούνταν τότε από τέσσερις κοινότητες: το Κάστρο (που ήταν και η πρωτεύουσα του νησιού), την Απολλωνία, τον Αρτεμώνα και τα Εξάμπελα μαζί με την Καταβατή. Σύμφωνα με έναν Γάλλο περιηγητή της εποχής η Σίφνος είχε πληθυσμό περίπου 5.000 κατοίκους.

Εκτός από την τουρκοκρατία, η Σίφνος γνώρισε και μια μικρή περίοδο ρωσοκρατίας. Για τέσσερα χρόνια 1771-1774, περίοδος που η Ρωσία βρισκόταν σε πόλεμο με την Τουρκία, η Σίφνος μαζί με άλλα νησιά έγινε μέρος της ρωσικής αυτοκρατορίας. Το 1774 όμως, όταν υπογράφτηκε η συνθήκη Κιουτσούκ- Καϊναρτζή ανάμεσα στη Ρωσία και την Τουρκία, η Ρωσία επέστρεψε τα νησιά στην Τουρκία.

Η Σιφνος στα νεωτερα χρονια

Επί των ημερών του Καποδίστρια, πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, η Σίφνος αποτελεί ιδιαίτερη επαρχία στο τμήμα των Κυκλάδων και είναι έδρα Διοικήσεως που περιλαμβάνει τα νησιά Μήλο και Κίμωλο.

Κατά την αντιβασιλεία του Όθωνα το 1833, η έδρα της Διοικήσεως μεταφέρεται στη Μήλο και η Σίφνος διαιρείται σε δύο δήμους, του Αρτεμώνα-Κάστρου και της Απολλωνίας με τα υπόλοιπα χωριά. Το 1836 οι δύο δήμοι συγχωνεύονται και η πρωτεύουσα μεταφέρεται στην Απολλωνία. Το 1883 οι κάτοικοι καθιέρωσαν τις Καμάρες ως το επίσημο λιμάνι του νησιού.

Tο 1914 ο ενιαίος Δήμος Σιφνίων που ιδρύθηκε το 1836 διαιρέθηκε σε δύο Κοινότητες της Απολλωνίας και του Αρτεμώνα. Η διαίρεση αυτή ίσχυσε μέχρι 31-12-1998.Από 1-1-1999 οι Κοινότητες Απολλωνίας και Αρτεμώνα ενώθηκαν και επανιδρύθηκε ο Δήμος Σίφνου.

Η Σίφνος την περίοδο της Κατοχής

Όταν ήρθαν οι Ιταλοί στη Σίφνο έπιασαν όλα τα πλουσιόσπιτα στον Αρτεμώνα. Στην πλατεία το σπίτι του Γεωργίου Προβελλέγγιου το είχαν για αρχηγείο. Λίγο πιο πάνω πήραν το σπίτι του Παναγιώτη Κωνσταντόπουλου και το σπίτι του Χαρίλαου Ψαραύτη, στο οποίο παντρεύτηκε ο μεγάλος κουμεντάντος Καμίλο με την κόρη του Αλέξανδρου Καμπάνη. Κοντά στην Κόγχη το σπίτι του Γεωργίου Ανδριτσάκη το χρησιμοποίησαν για φυλακή και έμεναν μέσα οι καραμπινιέρηδες, οι οποίοι τιμωρούσαν όσους αντιστέκονταν.

Οι Ιταλοί έβγαιναν τα βράδια μαζί με τους καραμπινιέρηδες και όσοι Σιφνιοί κυκλοφορούσαν τα βράδια χωρίς άδεια συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν στις φυλακές. Ακόμα οι Ιταλοί τις νύχτες έκλεβαν κουνέλια, κότες κ.λ.π. άνοιγαν θεμωνιές και έπαιρναν τυριά, λάδια και άλλα πράγματα. Με λίγα λόγια οι Σιφνιοί βασανίστηκαν από τους Ιταλούς.

Μερικοί Σιφνιοί είχανε κρύψει ¶γγλους σε κρυψώνες. Αν διαπίστωναν οι Ιταλοί πως ένας Σιφνιός είχε κρύψει ¶γγλους τον έπιαναν και τον βασάνιζαν. Το 1942 οι Ιταλοί δεν άφηναν τους Σιφνιούς να κάνουν τίποτα. Δεν τους έδιναν τίποτε να φάνε και το μόνο που έτρωγαν ήταν χόρτα χωρίς ψωμί, αλάτι και λάδι. Πολλοί Σιφνιοί αναγκάζονταν να κάνουν ανταλλαγές με άλλους συμπατριώτες τους για να καταφέρουν να επιβιώσουν αυτοί και η οικογένειά τους. Όσοι είχανε λάδι, κριθάρι και αλεύρι τα βάζανε σε κουρούπια και τα έχωναν στη γη. Δυστυχώς όμως υπήρχαν και οι προδότες που έλεγαν στους Ιταλούς πού υπήρχαν κρυμμένα τα πράγματα και πήγαιναν και τα έπαιρναν.

Πολλοί συμπατριώτες μας συμμετείχαν στον πόλεμο του 1940 και έδωσαν τη ζωή τους θέλοντας να προστατέψουν την πατρίδα τους. H Κατοχή ήταν μια περίοδος πολύ κακιά για το έθνος και τον ελληνικό λαό. Ο κόσμος υπέφερε πολύ, πεινούσε, προπαντός αυτοί που ήταν στην Αθήνα και στον Πειραιά.Ο κόσμος πέθαινε και κανένας δεν τους βοηθούσε. Στη Σίφνο είχαμε Ιταλούς ,δεν είχαμε Γερμανούς που ήταν κακοί. Στη Σίφνο την Κατοχή είχαν σκοτωθεί πολλοί με νάρκες, με χειροβομβίδες και τορπιλισμούς στα καϊκια. Ο κόσμος για να ζήσει πουλούσε χρυσαφικά, ρούχα για να πάρει μισό κιλό αλεύρι και ότι άλλο τρόφιμο υπήρχε για να ζήσουν τα παιδιά. Οι Ιταλοί τους έπαιρναν όλα τα αρνιά και τα μοσχάρια τους χωρίς λεφτά. Για να ζήσουν έτρωγαν λεμονόκουπες που πετούσαν οι Ιταλοί στα σκουπίδια. Δεν είχαν φαγητό ούτε ρούχα. Στον Αρτεμώνα ήταν το κεντρικό φυλάκιο και γύρω-γύρω μικρότερα φυλάκια όπως του Βουτσά. Οι Ιταλοί ανάγκαζαν τους Σιφνιούς να τους δίνουν όλα τα τρόφιμά τους κι εκείνοι για να το αποφύγουν τα έκρυβαν όπου μπορούσαν ακόμα και μέσα στα γκρεμνά.

Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943 το νησί εντάχθηκε στη γερμανική διοίκηση μέχρι την απελευθέρωσή του το 1944.

Μεταλλευτικη Δραστηριοτητα στη Σιφνο

Για πολλούς αιώνες, από την αρχαιότητα και διακοπτόμενα μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, η μεταλλευτική δραστηριότητα ήταν η πιο προσοδοφόρα δραστηριότητα στο νησί της Σίφνου.

Ο Ηρόδοτος πρώτος και έπειτα ο Παυσανίας, ο Στράβων, ο Πλίνιος και άλλοι συγγραφείς ανέφεραν το Λαύριο, τη Θάσο και τη Σίφνο ως περιβόητες για την αφθονία τους σε μεταλλεία αργύρου. Επίσης, έχει αποδεχθεί ότι στο νησί υπήρχαν και μεταλλεία χρυσού.

Προς τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. άρχισε η δεύτερη φάση συστηματικής εκμετάλλευσης των μεταλλείων της Σίφνου. Η πρώτη φάση είχε αρχίσει από τους προϊστορικούς κατοίκους του νησιού. «Οι αρχαϊκοί Σιφνιοί ξεκίνησαν την εξόρυξη μεταλλευμάτων μέσα στις ίδιες στοές που πρώτοι είχαν διανοίξει οι προϊστορικοί κάτοικοι του νησιού. Η χρυσοφόρα μεταλλοφορία σε αρχαίες στοές εντοπίσθηκε στις ΝΑ ακτές της Σίφνου και στις τοποθεσίες ¶γιος Ιωάννης, Αποκοφτό (Σπηλιά του Αράπη) και ¶σπρος Πύργος μέσα σε χαλαζιακούς φακούς και μεταλλοφορία σουλφιδίων. Οι αρχαίες στοές, που ακολουθούσαν τα σημεία εμφανίσεως του χρυσού, βρίσκονται σε μία μεταλλοφόρα ζώνη η οποία απέχει δέκα περίπου χιλιόμετρα από μία άλλη, παράλληλη ζώνη εμφανίσεων μολύβδου και αργύρου στις τοποθεσίες ¶γιος Σώστης, ¶γιος Σιλβέστρος, Κάψαλος και Ξερό Ξύλο που και αυτές παρακολουθούνται από αρχαίες γαλαρίες. Οι επιστήμονες είναι βέβαιοι ότι και σ' αυτά τα μεταλλεία έγινε συστηματική και εντατική εξόρυξη μεταλλευμάτων κατά τους 6ο και 5ο αιώνες π.Χ.».

Η μέθοδος που ακολουθούσαν οι μεταλλωρύχοι της αρχαϊκής περιόδου ήταν η εξής:
Εκκένωση των προϊστορικών σημείων εκμετάλλευσης (τα οποία με ιδιαίτερη επιμέλεια έκλειναν οι προϊστορικοί συνάδελφοί τους, μην αφήνοντας ορατά σημάδια της δράσης τους). Οι προϊστορικές υποστυλώσεις ήταν πολύ στέρεες και για να μην προκαλέσουν διαταραχές έκαναν τόση διάνοιξη όση απαιτούνταν για να περάσουν και να ανοίξουν νέες στοές ή πηγάδια και να αναζητήσουν μετάλλευμα. Έτσι, είναι εμφανή και μέχρι σήμερα κάποια προϊστορικά τοιχία υποστυλώσεων. Οι αρχαϊκοί Σιφνιοί χρησιμοποιούσαν σιδερένια μυτερά και κωνικά εργαλεία όπως σφήνες, τσουγκράνες και λυχνάρια ελαίου για να φωτίσουν τις σκοτεινές στοές. Τα εργατικά χέρια των ντόπιων δεν επαρκούσαν για τις εργασίες στα μεταλλεία, τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Για το λόγο αυτό και παρά το γενικότερο κλίμα της αποικιοκρατίας, δεν παρατηρήθηκε έξοδος πληθυσμού από τη Σίφνο, αλλά ίσως και να ήρθαν στο νησί σκλάβοι και ειδικοί τεχνίτες από άλλα μέρη (Μ. Ασία). Το μετάλλευμα το εξήγαγαν σε άλλα μέρη, και κυρίως στον Πόρο και την Αίγινα. Κατά τους Κλασικούς χρόνους σημειώνεται διακοπή των εργασιών στα μεταλλεία για άγνωστους μέχρι στιγμής λόγους.

Μεταλλεία αργύρου υπάρχουν σε δύο θέσεις στο νησί: ένα στη θέση "Σχισμάδες" επί του βουνού του προφήτη Ηλία και ένα στα βορειοανατολικά στην περιοχή ¶γιος Σώστης, αν και πολλοί ντόπιοι και επιστήμονες είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι σχεδόν όλες οι υπόγειες στοές μεταλλείων επικοινωνούν μεταξύ τους. Η είσοδος του μεταλλείου βρίσκεται σε ένα κάβο λίγα μόλις μέτρα μακριά από τη θάλασσα και μέσα στα όρια του αιγιαλού. Το τοπωνύμιο ¶η Σώστης προέρχεται από ένα εκκλησάκι που είναι χτισμένο, να σημειώσουμε ότι το εκκλησάκι πρώτα ήτανε κτισμένο σε άλλη θέση από αυτή που έχει σήμερα. Όμως, τη δεκαετία του '60, το έδαφος υποχώρησε, διότι από κάτω περνούσαν στοές, και το εκκλησάκι γκρεμίστηκε. Σε λίγα χρόνια ανεγέρθηκε νέο εκκλησάκι λίγα μέτρα παραπέρα, σε θέση που θεωρείται ασφαλέστερη. Εξακολουθούν όμως οι στοές να κρύβουν κινδύνους, αναφέρουμε μόνο ότι πριν δέκα περίπου χρόνια και κατά τη διάρκεια του πανηγυριού στον ¶η Σώστη ένας άντρας έπεσε σε ένα πηγάδι που χρησίμευε για τον εξαερισμό των μεταλλείων, τραυματίστηκε πολύ σοβαρά, σε βαθμό που η σωτηρία του να θεωρείται ότι οφείλεται σε κάποια θαυματουργική επίδραση.
¶λλη ονομασία που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα οι ντόπιοι για την περιοχή είναι "καταφύγια", διότι η δαιδαλώδης διαμόρφωση των στοών παρείχε ασφαλές καταφύγιο στους κατοίκους σε σχέση με τις επιδρομές των κατά καιρούς εχθρών. Θεωρείται ότι μεγάλο τμήμα του μεταλλείου έχει βυθιστεί στη θάλασσα. Μάλιστα, υπάρχουν ιστορίες που οι γεροντότεροι στη Σίφνο γνωρίζουν και οι οποίες αναφέρουν ότι σε παλαιότερη φάση λειτουργίας των μεταλλείων του Αγίου Σώστη (δεν γνωρίζουν όμως σε ποια περίοδο) είχε κτιστεί χωριό στην περιοχή με σπίτια για τη στέγαση των εργατών. Οι μαρτυρίες αυτές επαληθεύτηκαν εν μέρει στις αρχές του αιώνα όταν Καλύμνιοι σφουγγαράδες έρχονταν στη Σίφνο με τα καΐκια τους και διέδιδαν ότι όταν βουτούσαν συναντούσαν στο βυθό σπίτια καταποντισμένα, που ίσως επιβεβαιώνουν τη θεωρία ότι η περιοχή των μεταλλείων βυθίστηκε. Στο τέλος του 19ου αιώνα και μέχρι τα μέσα του 20ου αναθερμάνθηκε η μεταλλευτική δραστηριότητα στη Σίφνο, εξαιτίας του ενδιαφέροντος που έδειξαν ξένες εταιρείες (Γαλλική, Ιταλική), που όμως δεν σημείωσε σημαντικά κέρδη. Η δραστηριότητα αυτή αφορούσε κυρίως τα μεταλλεία που βρίσκονται κοντά στις Καμάρες και φτάνουν ως την κορυφή του Αγίου Συμεών (φαίνονται στη θέση Βορεινή, όπου σήμερα τα ανοίγματα των στοών χρησιμεύουν ως χωματερές).

Σήμερα, τα μεταλλεία στη θέση ¶γιος Σώστης αποτελούν νομοθετημένο μνημείο, που όμως παραμένει τέτοιο μόνο τυπικά δεδομένου ότι δεν υπάρχει και δεν προβλέπεται αξιοποίησή του. Εμείς επισκεφθήκαμε το εκκλησάκι και τα μεταλλεία διανύοντας επί μία ώρα ένα μονοπάτι που ξεκινάει από το δρόμο Αρτεμώνα - Χερρονήσου. Στη διαδρομή σχετικά εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι στην περιοχή υπήρχαν μεταλλεία διότι σώζονται ακόμα τμήματα μικρών πύργων που συνέδεαν με συρματόσχοινα τις κορυφές του νησιού και με τον τρόπο αυτό μεταφέρονταν με βαγονέτα το μετάλλευμα από τη θέση εξόρυξης στο λιμάνι φόρτωσης (συνήθως το λιμάνι ήταν οι Καμάρες, στο νότιο τμήμα του οποίου υπάρχει ένας άλλος ψηλός πύργος, δίπλα στις εγκαταστάσεις του βιολογικού καθαρισμού όπου έφτανε το μετάλλευμα από τα μεταλλεία στα νότια, δηλαδή από το βουνό του Προφήτη Ηλία). Επίσης, τέτοιες εγκαταστάσεις υπάρχουν και στο Φάρο.

Ακόμη, από το σημείο που στο οπτικό πεδίου κάποιου θα συμπεριλαμβάνεται ο ¶η-Σώστης (τόσο το καινούριο εκκλησάκι όσο και το μισογκρεμισμένο) παρατηρούνται τριγύρω υπολείμματα της εξόρυξης, σε μορφή ποικιλομέγεθων τεμαχίων, που ξεχωρίζουν από τα σχιστολιθικά πετρώματα εξαιτίας του φαιοκόκκινου χρώματός τους. Επίσης, παρατηρήσαμε την ύπαρξη απομειναριών κτισμάτων κατασκευασμένων από ξερολιθιά και κτισμένα ακριβώς στο όριο στεριάς - θάλασσας και τριγύρω αφημένα, ή καλύτερα κομμένα, τεμάχια σκουριασμένου συρματόσχοινου. Προφανώς όλα τα παραπάνω χρησίμευαν στην φόρτωση μεταλλεύματος στη μορφή που αυτό έβγαινε από τα έγκατα της γης (πιστεύεται ότι η επεξεργασία γινόταν σε άλλον τόπο).

Τέλος, καταφέραμε να εισέλθουμε σε μερικές από τις στοές των μεταλλείων και συγκεκριμένα σε αυτές που βρίσκονται κάτω από το παλιό ξωκλήσι. Παρατηρήσαμε ότι η κύρια στοά είχε ύψος περίπου δύο μέτρα και πλάτος άνω των τεσσάρων μέτρων, και ταυτόχρονα καταγράψαμε το πολύ μικρό μέγεθος των στοών που μόνο επιμήκεις σωλήνες θύμιζαν ίσα να περνά ένας άνθρωπος. Ακόμη, εντύπωση προκαλούν τα αμυδρά σημάδια από τα εργαλεία στα τοιχώματα, τον τρόπο που δημιουργούσαν το δαιδαλώδες δίκτυο των στοών ακολουθώντας τις φλέβες του μεταλλεύματος και δημιουργώντας θα λέγαμε, φυσικές κολώνες στήριξης που η διάμετρός τους είναι μικρή και μειούμενη προς τη βάση τους, καθώς και τα σημεία που είχαν σκαφτεί φωταγωγοί και αγωγοί αερισμού ακόμα και όταν βρίσκονται πολλά μέτρα κάτω από την επιφάνεια του εδάφους.

Επιπλέον, σε ένα κοίλωμα μιας στοάς βρήκαμε μια μικρή ορθογώνια λακκούβα με νερό. Δεν μπορέσαμε να εξακριβώσουμε αν το νερό είναι γλυκό ή αλμυρό διότι από τη μία δίπλα στη λακκούβα βρισκόταν τα οστά ενός ζώου (αρνί ή κατσίκι) αλλά από την άλλη υπολογίζουμε ότι το βάθος στο οποίο είχαμε φτάσει ήταν στη στάθμη της θάλασσας. Η ύπαρξη των οστών δεν αποτελεί αξιοπερίεργο φαινόμενο καθώς μέχρι το σημείο εκείνο το δάπεδο των στοών ήταν καλυμμένο από υπολείμματα αμνοεριφίων προφανώς η είσοδος των μεταλλείων χρησιμεύει ως πρόχειρο κατάλυμα των κοπαδιών όταν οι καιρικές συνθήκες είναι δυσμενείς. Αυτή φαίνεται να είναι και η μοναδική χρήση των στοών στη σύγχρονη εποχή, ενώ εκτός από τις ημέρες εορτασμού του Αγίου Σώστη (6 και 7 Σεπτεμβρίου) και την ημέρα της Αναλήψεως, οπότε και γίνεται αγιασμός σε μαρμάρινη γούρνα, οι μοναδικοί επισκέπτες είναι οι λιγοστοί προσκυνητές (εκ των οποίων οι περισσότεροι φθάνουν διά θαλάσσης) και οι βοσκοί της περιοχής.

(Aπό μεταπτυχιακή εργασία της καθηγήτριας Οικιακής Οικονομίας στο Γυμνάσιο Σίφνου κ.Ασημίνας Θεοδώρου με τίτλο "χρήσεις γης και ήπιες μορφές ανάπτυξης για τη νήσο Σίφνο")

H εκμετάλλευση ευγενών μετάλλων στη Σίφνο αναφέρεται από τον Ηρόδοτο και τον Παυσανία. Η Σίφνος διατηρούσε ένα από τα μεγαλοπρεπέστερα θησαυροφυλάκια στους Δελφούς κατά την αρχαιότητα. Μεταλλεία μολύβδου και αργύρου βρίσκονται στο κεντρικό τμήμα του νησιού και χρυσού στο νοτιοανατολικό τμήμα της Σίφνου. Με εξαίρεση τα μεταλλεία του Αη-Σώστη, τμήμα των οποίων έχει βυθιστεί, όλα τα υπόλοιπα βρίσκονται σε υψόμετρο 200-700 μέτρων. Η εξόρυξη ήταν προσανατολισμένη κυρίως στα σώματα γιαρουσίτη που ήταν πλούσιος σε μόλυβδο και άργυρο. Ο χρυσός βρίσκεται σε χαλαζιακές φλέβες και σιδηρομετάλλευμα. Η εκμετάλλευση μολύβδου αργύρου άρχισε την πρώιμη εποχή του ορειχάλκου (3η χιλιετία π.Χ) και συνεχίστηκε την αρχαϊκή και κλασσική περίοδο (6ος και 5ος αιώνας π.Χ.)

(Από την εργασία του κ.Μιχαήλ Βαβελίδη ,καθηγητή στο Τμήμα Γεωλογίας του Α.Π.Θ., με τίτλο "Η εκμετάλλευση χρυσού, αργύρου και μολύβδου στην Ελλάδα κατά την αρχαιότητα")

Στοιχεια πληθυσμου χωριων της Σιφνου

ΧΩΡΙΟ ΑΠΟΓΡΑΦΗ 1951 ΑΠΟΓΡΑΦΗ 1961 ΑΠΟΓΡΑΦΗ 1971 ΑΠΟΓΡΑΦΗ 1981 ΑΠΟΓΡΑΦΗ 1991 ΑΠΟΓΡΑΦΗ 2001
Αγία Μαρίνα ---- 7 11 33 33 49
Απολλωνία 1192 941 882 841 705 942
Αρτεμώνας 1040 902 815 732 670 744
Βαθύ ---- 43 13 72 48 46
Καμάρες 60 67 72 110 123 188
Κάστρο 161 119 100 106 75 101
Κάτω Πετάλι 183 137 106 102 83 117
Πλ. Γιαλός 31 30 34 52 78 111
Τρουλάκι ---- ---- ---- ---- ---- 9
Φάρος 106 12 5 21 46 85
Χερρόνησος ---- ---- 5 16 97 47
Χρυσοπηγή ---- ---- ---- 2 2 3

KYA επικύρωσης απογραφής 2001: 6821/Γ5-908 (ΦΕΚ 715/Β/12-6-2002)

Η Αγία Μαρίνα απογράφηκε σαν ενιαίος οικισμός στην απογραφή του 1961.
Το Βαθύ απογράφηκε σαν ενιαίος οικισμός στην απογραφή του 1961.
Η Χερρόνησος απογράφηκε σαν ενιαίος οικισμός στην απογραφή του 1971.
Το Τρουλάκι απογράφηκε σαν ενιαίος οικισμός στην απογραφή του 2001.

©2006-2017 - 12/Θέσιο Δημοτικό Σχολείο Σίφνου. Κείμενα: Νίκος Προμπονάς - Βασίλης Σιμέλλης. Κατασκευή Ιστοσελίδας: Φραγκίσκος Λεμονής.