Πολιτιστικα Στοιχεια

Τοπική Αγγειοπλαστική

«Όλοι φοβούνται το θεό και ο Σιφνιός τον τοίχο», λέει η παροιμία. Παλιότερα φορτώνανε τα πήλινα σε γαϊδουράκια τα οποία, περνώντας τα στενά καλντερίμια, συχνά σκόνταφταν, έπεφταν στον τοίχο κι έσπαγε το «πράμα», όπως λένε οι ντόπιοι το εμπόρευμα.Η γενίκευση Σιφνιός = αγγειοπλάστης τονίζει πόσο διαδεδομένη ήταν η τέχνη στο νησί. Ο Γερμανός αρχιτέκτονας Friedrich Christoph Wagner, που στη δεκαετία του '60 μελέτησε τους οικισμούς των αγγειοπλαστών και εξέδωσε το βιβλίο Potters settlements on the island of Sifnos, κατέγραψε εργαστήρια, ερειπωμένα και μη.

Η δραστηριότητα των αγγειοπλαστών δεν περιορίστηκε στα στενά όρια της Σίφνου. Ο Κάρολος Γκιών, συγγραφέας της Ιστορίας της νήσου Σίφνου (1876), αναφέρει: «Των ενδημούντων δε πάλιν κατοίκων 300 περίπου αποδημούντες κατ' έτος περί τα μέσα της ανοίξεως επανέρχονται τακτικώς περί τας αρχάς του φθινοπώρου εις την πατρίδα των, μετερχόμενοι την αγγειοπλαστικήν εις διάφορα μέρη της ελευθέρας και δούλης Ελλάδος.» Στην Αθήνα, το Βόλο, τη Μυτιλήνη, την Αίγινα, την Πάρο, τη Νάξο, την Κύθνο, την Κρήτη, τη Θεσσαλονίκη, την Καλαμάτα, αλλά και στη Χιλή, τη Νέα Υόρκη, το Κονγκό, την Αιθιοπία, οι Σιφνιοί αγγειοπλάστες σχεδόν μονοπωλούσαν την αγορά.

Δύο είναι οι βασικοί λόγοι που ευνόησαν την εξάπλωση αυτής της τέχνης στη Σίφνο. Πρώτον, η αφθονία της πρώτης ύλης για την κατασκευή του πηλού. Η άργιλος της Σίφνου υπάρχει παντού και τα πήλινα που κατασκευάζονται απ' αυτήν έχουν μεγάλη αντοχή στη φωτιά. Έτσι τα σκεύη στα οποία διακρίθηκαν οι Σίφνιοι και με τα οποία ταυτίστηκαν είναι τα τσουκάλια (τσικάλια στην τοπική διάλεκτο, τσικαλάδες οι αγγειοπλάστες και τσικαλαριά τα εργαστήρια), που χρησιμοποιούνται για το ψήσιμο φαγητού στο φούρνο. Δεύτερος λόγος είναι το κατάλληλο κλίμα. Ο ήλιος της Σίφνου και ο αέρας ευνοούν τη διαδικασία του στεγνώματος των κεραμικών. Από τις αρχές Μαρτίου μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου οι αγγειοπλάστες μπορούσαν να δουλεύουν χωρίς διακοπή, καθώς δεν πέφτουν πολλές βροχές (η άργιλος δουλεύεται μόνο όταν είναι στεγνή) και η ατμοσφαιρική υγρασία δεν παρουσιάζει θεαματικές μεταπτώσεις.

Η μαζική στροφή στην αγγειοπλαστική έγινε το 18ο αιώνα, μετά την παρακμή της βιοτεχνίας της υφαντουργίας, που άνθισε το 16ο και το 17ο αιώνα. Αρχικά οι αγγειοπλάστες εργάζονταν στο εσωτερικό του νησιού, στον Αρτεμώνα, στο Πάνω Πετάλι και στον Άγιο Λουκά, από το φόβο των πειρατών, η δε παραγωγή τους προοριζόταν για τις ανάγκες της ντόπιας αγοράς. Αργότερα μετακόμισαν στα παράλια, στο Βαθύ, στις Καμάρες, στη Χερρόνησο, στον Πλατύ Γιαλό, όπου μπορούσαν να φορτώνουν στα καΐκια πιο εύκολα και ανέξοδα. Η πελατεία τους πλέον επεκτεινόταν στα γύρω νησιά αλλά και στην Κρήτη, την Κύπρο, τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, την Τουρκία, τη Μάλτα, την Αλεξάνδρεια και την Παλαιστίνη.

Από τη στιγμή που τα εργαστήρια μεταφέρθηκαν στα παράλια, η ζωή στο νησί πήρε άλλη τροπή. Επειδή τότε δεν υπήρχαν δρόμοι και αυτοκίνητα, παρά μόνο μονοπάτια, γαϊδούρια και καΐκια, οι αγγειοπλάστες ήταν αναγκασμένοι να περνάνε ολόκληρη τη βδομάδα στον τόπο εργασίας τους και να γυρίζουν στους κεντρικούς οικισμούς τα απογεύματα του Σαββάτου. Την επιστροφή, που έπαιρνε χαρακτήρα γιορτής, περιγράφει η Ελένη Σπαθάρη Μπεγλίτη, στο βιβλίο της Οι αγγειοπλάστες της Σίφνου:
«Παρέες παρέες ανηφόριζαν προς τον Αρτεμώνα και στο δρόμο συναντιόνταν με τις άλλες παρέες των αγγειοπλαστών, που έρχονταν από τις άλλες παραλίες. Στη διαδρομή αυτή, πολλών χιλιομέτρων, αντιλαλούσαν τα γέλια, τα τραγούδια, έδιναν κι έπαιρναν τα πειράγματα, με δυο λόγια επικρατούσε το κέφι και η χαλάρωση που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους που σχόλασαν ύστερα από πολυήμερη κοπιαστική δουλειά. Ιδίως τα πειράγματα της Σίφνου είναι σχεδόν μοναδικά. Γίνονταν με ρίμες (...) Έτσι μια μέρα ο αγγειοπλάστης Μαστρόκαλος, ανάμεσα στ' άλλα, ταίριαξε το εξής δίστιχο για το Γιώργο Φασόλη, που είχε μετανιώσει για την επιλογή του να εργαστεί ως αγγειοπλάστης:
Μετά πήγε κι έγινε τεχνίτης στα τσικάλια
Αλλά κι εκεί δεν τ' άρεσε γιατί γινόταν χάλια.

Αποσπέριζαν λοιπόν οι αγγειοπλάστες μετά τη δουλειά και την πορεία προς τους κεντρικούς οικισμούς του νησιού και το βράδυ συναντιόνταν πάλι στις πλατείες, όπου ξόδευαν απλόχερα τα κέρδη της εβδομάδας στη διασκέδαση. Στήνονταν χοροί και τα όργανα έπαιζαν τοπικά τραγούδια ως το πρωί.»

Τα «θρυλικά» έργα των Σίφνιων αγγειοπλαστών ήταν τα μαστέλα για το ψήσιμο του λαμπριάτικου αρνιού στο φούρνο, οι σκεπασταριές (ή απλώς τσικάλια) για το ψήσιμο της ρεβυθάδας, του φαγητού της Κυριακής, τα λαήνια για τη μεταφορά του νερού και οι φλάροι, δηλαδή οι καμινάδες των σιφνέικων σπιτιών. Ο λαογράφος Αντώνης Τρούλλος μας μίλησε για την παραδοσιακή μορφή των φλάρων, αλλά και για την προέλευση της λέξης: «Οι σημερινοί φλάροι, με τα παράξενα σχήματα, είναι εξέλιξη και παραποίηση. Οι παραδοσιακοί φλάροι ήταν κιούπια μεγάλα, που τα βάζανε ανάποδα, τους κάνανε 2-3 τρύπες κι έβγαινε ο καπνός. Άμα ο φλάρος δεν δούλευε καλά, λέγανε: "Τον κακό σου τον καιρό και το μαύρο σου το φλάρο" (όταν ο καιρός δεν είναι καλός, μαυρίζει ο φλάρος). Όταν ερχόντανε εδώ οι καθολικοί καλόγεροι, οι Ιησουίτες, αυτοί ήταν ψηλοί, ξερακιανοί, φορούσαν και ράσο που δεν φαινόταν ούτε το πρόσωπό τους. Μοιάζανε σαν τις καμινάδες. Λεγόνταν φρερ (freres) και η παραποίηση τους έκανε φλάρους. Οι γυναίκες όταν ήθελαν να φοβερίσουν τα παιδιά λέγανε: μη βγείτε έξω, γιατί σας καραδοκά ο φλάρος. Έτσι σιγά σιγά πήραν την ονομασία φλάροι, ενώ κανονικά το όνομά τους είναι καμινάδες.»

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι το 1939-1940. Όμως, μετά τον Πόλεμο άρχισε η μαζική παραγωγή του αλουμινίου και η παραγωγή των τσουκαλιών τινάχτηκε στον αέρα. Δεν έφταιγε βέβαια μόνο το αλουμίνιο, έφταιγε και η αδυναμία προσαρμογής στα νέα τεχνολογικά δεδομένα. Τα τσικαλαριά συνέχισαν να δουλεύουν με την παραδοσιακή χειροκίνητη (και ποδοκίνητη) μέθοδο, όταν ο ηλεκτρισμός είχε ήδη αλλάξει τα πάντα. Τότε έγινε ομαδική αποχώρηση των αγγειοπλαστών από τη Σίφνο, οι οποίοι πήγαν και εγκαταστάθηκαν κυρίως στο Μαρούσι. Ο Αντώνης Τρούλλος τους υπολογίζει γύρω στους 70-80.

Το Μαρούσι ήταν από παλιά βασικός μεταναστευτικός προορισμός των Σιφνιών τσικαλάδων. Η παράδοση λέει ότι πρώτος εγκαταστάθηκε εκεί ο Αγγελής Παλιός, το 1833. Τον μιμήθηκαν αρκετοί συμπατριώτες του, κυρίως κατά το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα. Η Αθήνα αναπτυσσόταν ραγδαία και χρειαζόταν στάμνες για το νερό, καθότι τότε δεν υπήρχε δίκτυο ύδρευσης. Έτσι οι Σιφνιοί στην Αθήνα μετατρέπονται από τσικαλάδες σε κανατάδες. Η επιλογή του Μαρουσιού δεν ήταν τυχαία. Κοντά, στην Καλογρέζα, υπήρχε άριστης ποιότητας άργιλος. Αλλά ο βασικός λόγος της εγκατάστασής τους εκεί ήταν ότι στο Μαρούσι υπήρχε καλό νερό με το οποίο γέμιζαν τα κανάτια οι νερουλάδες για να τα μεταφέρουν με σούστες στις αθηναϊκές συνοικίες.

Σήμερα στο Μαρούσι δεν υπάρχουν πια εργαστήρια αγγειοπλαστικής, στη θέση τους φύτρωσαν μεγαθήρια που στεγάζουν γραφεία. Αρκετοί Σιφνιοί γύρισαν πίσω στο νησί, άνοιξαν ξανά μαγαζιά και εργαστήρια, προσάρμοσαν την παραγωγή τους σε είδη και φόρμες που αναζητεί ο σύγχρονος τουρίστας και πηγαίνουν πολύ καλά. Η αγγειοπλαστική τέχνη της Σίφνου έχει πλέον μια δεύτερη ευκαιρία.

©2006-2017 - 12/Θέσιο Δημοτικό Σχολείο Σίφνου. Κείμενα: Νίκος Προμπονάς - Βασίλης Σιμέλλης. Κατασκευή Ιστοσελίδας: Φραγκίσκος Λεμονής.