Ενδιαφεροντες Τοποι

ΑπολλωνίαΗ Απολλωνία που λέγεται και Σταυρί είναι η πρωτεύουσα της Σίφνου από το 1836, έδρα της ομώνυμης Κοινότητας από το 1914 και του Δήμου Σίφνου από τον Οκτώβριο του 1998. Το τοπωνύμιο Απολλωνία (εννοείται πόλις) είναι αρχαίο, προέρχεται από το επίθετο απολλώνιος (Απόλλων) και σημαίνει πόλη αφιερωμένη στη λατρεία του θεού Απόλλωνα. Η λαϊκή ονομασία Σταυρί απαντάται από το 1677, φαίνεται όμως ότι, μετά την εθνική μας απελευθέρωση, μέσα στη γενικότερη προσπάθεια αναβίωσης των ονομάτων της αρχαιότητας, αντικαταστάθηκαν τα ονόματα των τόπων που θύμιζαν τη μακρόχρονη τουρκική σκλαβιά. Έτσι αντικαταστάθηκε το όνομα Σταυρί από το αρχαίο Απολλωνία. Το τοπωνύμιο Σταυρί προέρχεται: α) Από το ανθρωπωνύμιο Σταύρος "Σταυρής". β) Από τον ιερό ναό του Τιμίου Σταυρού, γ) Από το σχήμα του σταυρού που έχει ο οικισμός, δ) Από την επίκαιρη γεωγραφική θέση που κατέχει ο οικισμός, καθώς αποτελεί υποχρεωτικό πέρασμα, σταυροδρόμι προς όποια κατεύθυνση κι αν κινείται κάποιος. Η Απολλωνία κατέχει το κέντρο της Σίφνου και είναι χτισμένη αμφιθεατρικά πάνω σε τρείς λόφους.

Κάνοντας περίπατο στα πλακοστρωμένα δρομάκια της μπορούμε να επισκεφτούμε πολλά αξιοθέατα και αξιοπρόσεκτα: Το λαογραφικό μουσείο στην πλατεία Ηρώου, τα παλιά σχολεία (1832 -1935 και 1854 -1988) και το καθολικό του άλλοτε μονυδρίου του Αγ. Αρτεμίου (1629), μετοχίου της Σιμωνόπετρας του Αγ. Όρους, την Παναγία του Μπαρού "μπαρόνου βαρόνου" γαλλ. ιιβγοπ, εκκλησίες με τοιχογραφίες και καλλιτεχνικά τέμπλα, τον Αγ. Αθανάσιο, τον Αγ. Σώστη, τη Μεταμόρφωση του Σωτήρα, τον Τίμιο Σταυρό, την Παναγία την Ουρανοφόρα («Γερανιοφόρα») κ.ά. και τις προτομές των ποιητών Ραμπαγά, στην ομώνυμη πλατεία και Αριστομένη Προβελέγγιου, στο προαύλιο του Γυμνασίου και Λυκείου, έργο του Γιαννούλη Χαλεπά. Από την Απολλωνία, στην ψηλότερη κορυφή του ομώνυμου βουνού, είναι ορατό το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία (1145 -1890), στο οποίο καλλιεργήθηκε η αγιογραφική τέχνη. Η θέα από ψηλά είναι πανοραμική, ιδιαίτερα συναρπαστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσονται οι κεντρικοί οικισμοί πάνω από τους απολόγραμμους λόφους, που δίνει την εντύπωση κρινόσπαρτου ανθισμένου αγρού. Στη βορινή πλαγιά του βουνού φαίνεται επίσης το μοναστήρι του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου, του Μονγκού (προ 1650 - 1834), όπου υπηρέτησε ως εφημέριος (1650 - 1700) ο λόγιος ιερομόναχος Παρθένιος Χαιρέτης, διδάσκαλος κωδικογράφων.

ΑρτεμώναςΟ Αρτεμώνας ήταν από το 1914 έως το 1998 έδρα της ομώνυμης Κοινότητας. Βρίσκεται βόρεια της Απολλωνίας και σε απόσταση ενάμισι χιλιομέτρου. Είναι πραγματικό στολίδι της Σίφνου, με αρχοντικά νεοκλασικού ρυθμού, με κήπους και λουλουδισμένες αυλές. Ψηλά στην κορυφή του λόφου σώζονται από τις παλιές αράδες των ανεμόμυλων μόνο δύο σε καλή κατάσταση. Απ' εδώ η θέα της Σίφνου είναι πανοραμική. Μπορεί ν' αγναντέψει ο θεατής τα γύρω νησιά, το Κάστρο, τους κεντρικούς οικισμούς, ακόμα και τις Καμάρες. Στον Αρτεμώνα εκτός από τους φούρνους, υπάρχουν και εργαστήρια ζαχαροπλαστικής και εργαστήριο αγγειοπλαστικής.

Είναι το γενέθλιο χωριό του μεγάλου διδασκάλου, εθνικού αγωνιστή και πρώτου μετά την εθνική απελευθέρωση υπουργού Παιδείας, Νικολάου Χρυσόγελου και του ποιητή Ιωάννη Γρυπάρη.

Στον Αρτεμώνα ο επισκέπτης μπορεί να δει ακόμα το σπίτι που γεννήθηκε ο ποιητής Ιωάννης Γρυπάρης και τις εκκλησίες Παναγία Κόγχη, Παναγία Σάμου ή Άμμου, Παναγία του Μπαλή , Άγιος Σπυρίδων κ.ά. Πιθανολογείται ότι στο χώρο που είναι χτισμένη σήμερα η Παναγία η Κόγχη, σύμφωνα με την παράδοση, υπήρχε τα αρχαία χρόνια κέντρο λατρείας της «Εκβατηρίας» Άρτεμης, δηλαδή που προστάτευε κατά την αποβίβαση από το πλοίο, αλλά και έδινε καλή έκβαση σε κάθε υπόθεση.

ΚαμάρεςΕίναι το μεγαλύτερο παράλιο χωριό και το λιμάνι του νησιού από τα τέλη του περασμένου αιώνα. Αριστερά του εισερχόμενου στο λιμάνι και στις κορυφές των ομώνυμων βουνών βρίσκονται τα μοναστήρια του Προφήτη Ηλία του Τρουλλακιού και του Αγίου Συμεών που εποπτεύουν νύχτα και μέρα τις Καμάρες. Κάτω χαμηλά, στα ριζά είναι η αναπτυσσόμενη συνοικία της Αγίας Μαρίνας ή «Πέρα Πάντα», όπως λέγεται στην τοπική λαλιά. Στην απέναντι πλευρά βρίσκεται ο κεντρικός οικισμός, η αποβάθρα του λιμανιού, τα καταστήματα, ενοικιαζόμενα δωμάτια, εργαστήρια αγγειοπλαστικής και στις δυτικές παρυφές οι επαύλεις των ευπόρων Σιφνίων. Τις δυο πλευρές του λιμανιού που τις χωρίζει η θάλασσα, τις ενώνει χρυσαφένια απλόχωρη αμμουδιά στο μυχό του όρμου.

Από τα παλαιότερα κτίσματα των Καμαρών είναι ο ναός του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Βαρβάρας (ανέγερση 1785, ανακαίνιση 1906). Στη δεξιά πλευρά της εισόδου του λιμανιού υπάρχει το Φανάρι (1896) και ανατολικότερα λείψανα από τις εγκαταστάσεις της Εταιρίας των μεταλλείων (1883) και ο παλαιός μόλος (1909). Το τοπωνύμιο Καμάρα ή Καμάρες αρχ. καμάρα (=τοξωτή ασπίδα, θολωτή στέγη) προήλθε από τις πολλές σπηλιές που υπήρχαν παλαιότερα στη βραχώδη νότια ακτή. Τη θέση τους σήμερα έχουν καταλάβει σπίτια, μαγαζιά και «σύρματα», ισόγειες αποθήκες όπου σύρονται οι βάρκες το χειμώνα, για να προστατεύονται. Λίγο μετά το τέλος της προκυμαίας ανεβαίνοντας προς την Απολλωνία δεξιά είναι ή πλατεία του αρχίατρου και βουλευτή Σίφνου Γεωργίου Κουλούρη, στις ενέργειες του οποίου, εκτός των άλλων έργων, οφείλεται η διάνοιξη του κεντρικού αμαξιτού δρόμου και του παλιού μόλου. Η Σίφνος όμως κρύβει τις φυσικές ομορφιές της στα ενδότερα, τις οποίες ο επισκέπτης ανακαλύπτει και απολαμβάνει καθώς συνεχίζει το συναρπαστικό του ταξίδι προς την Απολλωνία.

Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος διασχίζει στις υπώρειες του Προφήτη Ηλία τους κατάφυτους από τις ασημοπράσινες ελιές αναβαθμούς, ενώ αριστερά ο χείμαρρος Λιβαδάς είναι γεμάτος από πικροδάφνες και λυγαριές. Υπολογίζεται ότι το λιγότερο δυο χιλιάδες χιλιόμετρα τοίχων αντιστήριξης συγκρατούν από τα νερά της βροχής το λιγοστό σιφναίικο χώμα που το ποτίζει με τον ιδρώτα του ο Σίφνιος ξωμάχος. Πριν ο επισκέπτης φτάσει στην Απολλωνία, στη δεξιά πλευρά του δρόμου θα συναντήσει το μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, απέναντι απ' το οποίο υπάρχει το «Καμπαναριό», όπως λέγονται από τους ντόπιους, τα λείψανα του εδώ αρχαίου πύργου.

Πλατύς ΓιαλόςΟ Πλατύς Γιαλός είναι η πιο πολυσύχναστη παραλία του νησιού και θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες παραλίες των Κυκλάδων. Εδώ λειτουργούσαν άλλοτε πολλά εργαστήρια αγγειοπλαστικής, αλλά και σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να βρεί τα προϊόντα της σιφνέικης κεραμικής και να γνωρίσει τον τρόπο παραγωγής τους. Βόρεια στην κορυφή του υψώματος δεσπόζει το μοναστήρι της Παναγίας του Βουνού (1813). Από εκεί η θέα είναι μαγευτική.
ΒΑ βρίσκεται ο Άσπρος Πύργος, τα ερείπια αρχαίου πύργου, ενώ νότια, στο Ακρωτηράκι του Πλατύ Γιαλού ο Έλληνας αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας ανακάλυψε προϊστορικό νεκροταφείο. ΝΑ στην είσοδο του όρμου βρίσκεται το ακατοίκητο νησάκι Κυπριανή ή Κιτριανή, στην οποία μοναδικό κτίσμα είναι η εκκλησία της Παναγίας της Κυπριανής. Στα ΝΔ λειτουργεί οργανωμένος χώρος κατασκήνωσης. Το τοπωνύμιο στην τοπική λαλιά προφέρεται Πγιατ'αλός Πγιοτ'γιαλός Πλατ' γιαλός Πλατύς αιγιαλός και σημαίνει γιαλός που έχει σχετικά μεγάλο πλάτος, ευρύχωρος.

ΦάροςΟ Φάρος βρίσκεται στα ΝΑ της Σίφνου και θεωρείται το ασφαλέστερο λιμάνι του νησιού και ήταν έως το 1833 το επίσημο λιμάνι. Είναι ένα ήσυχο ψαροχώρι με γραφικές συνεχόμενες αμμώδεις παραλίες: τη Φασολού, το Φάρο, το Γλυφό. Στην είσοδο του λιμανιού εκτείνεται η "πετρογολέτα" της Χρυσοπηγής, βραχώδη νησίδα αποκομμένη από τη στεριά, πάνω στην οποία βρίσκεται το μοναστήρι της Παναγίας της Χρυσοπηγής, της πολιούχου της Σίφνου. Στη δυτική πλευρά του όρμου σώζονται τα ερείπια από τις εγκαταστάσεις φόρτωσης μεταλλεύματος σε πλοία για μεταφορά και κατεργασία στο Λαύριο.
Στο μυχό του όρμου, στη δυτική άκρη της αμμουδερής παραλίας του Φάρου υπάρχουν τα θεμέλια αρχαίας φρυκτωρίας. Το τοπωνύμιο προφανώς οφείλεται στην εγκατάσταση φάρου, μεγάλου παράκτιου φανού, στην είσοδο του λιμανιού για τη ναυσιπλοΐα. Ο φάρος αυτός βρίσκεται σήμερα δεξιά της εισόδου του λιμανιού και παράπλευρα στο μοναστήρι του Σταυρού, από το οποίο η θέα είναι μαγευτική.

ΚάστροΤο Κάστρο κατοικείται από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα και είναι χτισμένο πάνω σε αρχαία ακρόπολη, το «άστυ» που αναφέρει ο Ηρόδοτος και είναι ένα ανοιχτό μουσείο. Υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα, τα οποία δεν προφταίνει κανείς να δει με μια επίσκεψη. Αξίζει να επισκεφτείτε τις εκκλησίες: Παναγία η Ελεούσα, Παναγία "η Κοίμησις" (1593) με δάπεδα λαϊκής τέχνης και αρχαίο βωμό στη θέση της αγίας τράπεζας, Θεοσκέπαστη (1631), Αγ. Νικόλαο κ.ά., υπάρχουν δεκάδες.

Είναι το γενέθλιο χωριό του πανεπιστημιακού καθηγητή και ακαδημαϊκού, Γεωργίου Μαριδάκη, του προέδρου του Αρείου Πάγου, Αντωνίου Ζηλήμονος κ.ά. Το Κάστρο ήταν πρωτεύουσα της Σίφνου κατά την αρχαία, τη μεσαιωνική και τη νεότερη περίοδο έως το 1836, καθώς και έδρα της Αρχιεπισκοπής Σίφνου (1646 - 1859). Η μητροπολιτική κατοικία ήταν στην κορυφή του υψώματος, τα σημερινά ερειπωμένα "δεσποτικά". Στην είσοδο του χωριού, όπου σήμερα είναι το κοιμητήριο του Κάστρου, λειτούργησε η περίφημη Σχολή του Παναγίου Τάφου (1687 -1834). Εδώ λειτουργούσαν παλαιότερα δέκα ανεμόμυλοι, η ύπαρξη των οποίων μαρτυρείται από το 1617. Κάποιοι απ' αυτούς ήταν "μονόκαιροι", λειτουργούσαν δηλαδή μόνο με ένα καιρό, το βοριά, που πνέει συνήθως στα νησιά.

Στη σημερινή μορφή του ο οικισμός αποτελεί δείγμα κάστρου της ενετικής περιόδου. Η πρώτη σειρά από τα συνεχόμενα διώροφα σπίτια αποτελεί το εξωτερικό μεσαιωνικό τείχος. Εδώ κατοικούσε η λαϊκή τάξη, ενώ στην εσωτερική σειρά, που βρίσκεται στο ψηλότερο μέρος του κάστρου, διέμενε η αριστοκρατική τάξη, για να είναι περισσότερο ασφαλής από τις πειρατικές επιδρομές και λεηλασίες. Ο επισκέπτης μπαίνει στο Κάστρο από τις παλιές εισόδους-στοές, τις "λόζιες", τις οποίες άλλοτε ασφάλιζαν και προστάτευαν πολεμικοί πύργοι.

Εξαιτίας της στενότητας του χώρου, στα κτίσματα παρατηρείται η οριζόντια ιδιοκτησία, ακόμα δρόμοι και πλατεία μέσα στο Κάστρο είναι πάνω από τις στέγες μονώροφων σπιτιών, που χρησιμοποιούνται σήμερα ως αποθήκες. Το τοπωνύμιο Κάστρο λατινικό "castrum" σημαίνει φρούριο. Εδώ υπάρχει και Αρχαιολογικό Μουσείο. Στα ριζά του λόφου του Κάστρου βρίσκεται ο Γιαλός ή η Σεράλια, το αρχαίο λιμάνι της Σίφνου (σεράγια, σεράι, σαράi, τουρκικό saray) που σημαίνει παλάτια, ίσως από τις μεγαλόπρεπες οικοδομές που υπήρχαν στα χρόνια της τουρκοκρατίας στην κοιλάδα του Γιαλού.

ΒαθύΑπό την Καταβατή αρχίζει και ο πεζόδρομος και ο αμαξιτός προς το Βαθύ, που είναι παλαιός οικισμός αγγειοπλαστών στα δυτικά παράλια του νησιού. Αμέσως μετά την Καταβατή, στα δεξιά της πορείας, ο επισκέπτης συναντά το μοναστήρι της Παναγίας στα Φυρρόγεια (16° αϊ.) και στη συνέχεια την εκκλησία του Αγ. Ανδρέα, χτισμένη (1890) στην ομώνυμη προϊστορική ακρόπολη. Τα αρχαιολογικά ευρήματα εδώ μαρτυρούν τη συνεχή κατοίκηση του νησιού από τους μυκηναϊκούς έως τους ελληνιστικούς χρόνους. Εδώ στην περιοχή ανακαλύφθηκε το Σπήλαιο Ανεμορδίλι (μη επισκέψιμο προς το παρόν). Στο μισό περίπου της διαδρομής βρίσκεται το μοναστήρι του Ταξιάρχη της Μερσίνης.

Από το λιμάνι του Βαθιού εξάγονταν παλιά τα περίφημα σιφνέικα τσουκάλια προς τις αγορές των γειτονικών Κυκλάδων, της Κρήτης, της Κύπρου και ακόμα της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου. Προς το δεξιό άκρο της μεγάλης και πεταλόσχημης παραλίας με την ήρεμη θάλασσα είναι χτισμένη (17° αϊ.) η δισυπόστατη εκκλησία του Ταξιάρχη και της «Ευαγγελίστριας». Η διάνοιξη και ασφαλτόστρωση του δρόμου, καθώς και η κατασκευή αποβάθρας καθιστούν σήμερα πολύ προσιτό στον επισκέπτη τον όμορφο και ήρεμο αυτόν παραλιακό οικισμό.

Το τοπωνύμιο Βαθύ (βαθύ λιμάνι ή έδαφος) προφανώς οφείλεται στο βάθος δηλαδή, ή στο ότι το λιμάνι βρίσκεται σε βαθύτερο, σε χαμηλότερο σημείο σε σχέση με τη γύρω περιοχή, ή στο ότι η θάλασσα έχει μεγάλο βάθος κοντά στην ξηρά, για να προσεγγίζουν τα πλοία.

ΧερρόνησοςΟ άλλοτε απομονωμένος συνοικισμός στη βορινή άκρη του νησιού έγινε προσπελάσιμος με τη διάνοιξη ασφαλτοστρωμένου αμαξιτού δρόμου. Κατά την πορεία προς τη Χερρόνησο συναντάει ο επισκέπτης τους αγροτικούς οικισμούς Σκαλωτό, Ξέβρη, Αγ. Μηνά, Χώνη, Τρουλλάκι, Πέτση και Διαβρούχα. Η Χερρόνησος, που ανήκει στην ευρύτερη περιφέρεια του Αρτεμώνα, είναι ένα μικρό παραδοσιακό ψαροχώρι, με μικρή αμμουδιά, γνωστό όμως για τα κεραμικά του.

Το τοπωνύμιο Χερρόνησος (χερσόνησος, xέρσος=ακαλλιέργητος) + νήσος είναι αρχαίο ελληνικό και σημαίνει το τμήμα της ξηράς που περιβρέχεται από θάλασσα και συνδέεται με την ξηρά από μία μόνο πλευρά. Από τα πιο δημοφιλή σιφνιακά δημοτικά τραγούδια είναι και το «Στράτα μου της Χερρόνησος».

ΕξάμπελαΜε το χωριό Εξάμπελα, που βρίσκεται ΝΑ της Απολλωνίας, τελειώνει η αλυσίδα των κεντρικών οικισμών της Σίφνου. Στην είσοδο του χωριού είναι οι Αράδες, δηλαδή οι σειρές από δέκα περίπου ανεμόμυλους, άλλους ερειπωμένους και άλλους καλοσυντηρημένους. Είναι το χωριό του ποιητή και ακαδημαϊκού Αριστομένη Προβελέγγιου (1850-1936), του μεγάλου δασκάλου της μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής Νικολάου Τσελεμεντέ (1878-1958), του καθηγητή Γεωργίου Βιώνη (1822-1898), του αγιογράφου Ιωάννου Μαρούλη και του γιου του ζωγράφου Νικολάου Μαρούλη, της οικογένειας των βιομήχανων Καρέλλα κ.ά.

Αξιοπρόσεκτες είναι οι εκκλησίες του «νέου» Αγίου Νικολάου, του «γέρου» Αγίου Νικολάου, όπου υπάρχει ο τάφος του Αριστομένη Προβελέγγιου, και του Αγίου Αθανασίου. Εδώ, στη ΝΑ άκρη του χωριού παράπλευρα στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου υπάρχουν τα ερείπια αρχαίου πύργου, ενώ στο κοιμητήριο των Εξαμπέλων, στο «Παναϊδάκι», είναι ο τάφος του μεγάλου διδασκάλου, εθνικού αγωνιστή και υπουργού Παιδείας επί Καποδίστρια, Νικολάου Χρυσόγελου. Λίγο νοτιότερα, έξω από το χωριό και στη δεξιά πλευρά του αμαξιτού είναι το ανδρικό μοναστήρι της Παναγίας της Βρυσιανής (1642).

Το τοπωνύμιο Εξάμπελα απαντάται επίσης και ως Αξάμπελα, Ξάμπελα και Ξάμπελο και σημαίνει τα ξερά και χερσωμένα αμπέλια που έχουν εγκαταλειφθεί και έχουν μετατραπεί σε χωράφια.

ΚαταβατήΒρίσκεται νοτιότερα και ψηλότερα από την Απολλωνία και είναι το γενέθλιο χωριό του μεγάλου θεολόγου και φιλοσόφου Απόστολου Μακράκη (1830-1905), η προτομή του οποίου έχει στηθεί στην ομώνυμη πλατεία στην είσοδο του χωριού, ενώ ο τάφος του είναι στο προαύλιο της εκκλησίας της «Ευαγγελίστριας». Εδώ αξίζει να δει ο επισκέπτης την τρίκλιτη με κωνοειδή τρούλο εκκλησία της Παναγίας της «Αγγελόχτιστης», την οποία κατά την παράδοση έχτισαν άγγελοι, και «το χαμηλό Προφήτ' Ηλία».

Συνοικία της Καταβατής είναι και ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων με το ναώνυμο τοπωνύμιο. Το όνομα Καταβατή (εννοείται οδός) επίθετο καταβατός-ή-ό ρ.καταβαίνω (= κατηφορικός, καθοδικός, που κάνει πορεία προς τα κάτω) ίσως δόθηκε στο χωριό, επειδή , σε σχέση περισσότερο με την πρωτεύουσα του νησιού Απολλωνία και λιγότερο με τα γειτονικά Εξάμπελα, βρίσκεται ψηλότερα και «κατεβαίνει» κανείς, όταν κατευθύνεται προς τους δύο οικισμούς. Τα ρήματα κατεβαίνω, ανεβαίνω τα χρησιμοποιούμε συνήθως, όταν κινούμαστε από τα ψηλότερα στα χαμηλότερα και αντίστροφα.

©2006-2017 - 12/Θέσιο Δημοτικό Σχολείο Σίφνου. Κείμενα: Νίκος Προμπονάς - Βασίλης Σιμέλλης. Κατασκευή Ιστοσελίδας: Φραγκίσκος Λεμονής.